ξηρά

ξηρά
η суша, земля;

οι δυνάμεις (της) ξηρας — сухопутные войска;

ο κατά ξηράν στρατός — сухопутная армия;

κατά ξηράν και κατά θάλασσαν — на суше и на море;

διά ξηρας — по суше; — сухопутным транспортом


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "ξηρά" в других словарях:

  • ξηρά — ξηρά̱ , ξηρά fem nom/voc/acc dual ξηρά̱ , ξηρά fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ξηρός dry neut nom/voc/acc pl ξηρά̱ , ξηρός dry fem nom/voc/acc dual ξηρά̱ , ξηρός dry fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηρᾷ — ξηρά fem dat sg (attic doric aeolic) ξηρός dry fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηρά — η (Α ξηρά) βλ. ξηρός …   Dictionary of Greek

  • ξηρά — η γη, στεριά σε αντίθεση με τη θάλασσα: Ο στρατός της ξηράς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξῆρ' — ξηρά̱ , ξηρά fem nom/voc/acc dual ξηρά̱ , ξηρά fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ξηραί , ξηρά fem nom/voc pl ξηρά , ξηρός dry neut nom/voc/acc pl ξηρά̱ , ξηρός dry fem nom/voc/acc dual ξηρά̱ , ξηρός dry fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ξηρέ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξήρ' — ξηρά̱ , ξηρά fem nom/voc/acc dual ξηρά̱ , ξηρά fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ξηραί , ξηρά fem nom/voc pl ξηρά , ξηρός dry neut nom/voc/acc pl ξηρά̱ , ξηρός dry fem nom/voc/acc dual ξηρά̱ , ξηρός dry fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ξηρέ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηράν — ξηρά̱ν , ξηρά fem acc sg (attic doric aeolic) ξηρά̱ν , ξηρός dry fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηράς — ξηρά̱ς , ξηρά fem acc pl ξηρά̱ς , ξηρός dry fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηρανάντων — ξηρᾱνάντων , ξηραίνω parch aor part act masc/neut gen pl (epic doric aeolic) ξηρᾱνάντων , ξηραίνω parch aor imperat act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηράναις — ξηρά̱ναις , ξηραίνω parch aor part act masc nom/voc sg (epic doric aeolic) ξηρά̱ναις , ξηραίνω parch aor opt act 2nd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξηράναντα — ξηρά̱ναντα , ξηραίνω parch aor part act neut nom/voc/acc pl (epic doric aeolic) ξηρά̱ναντα , ξηραίνω parch aor part act masc acc sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»